αὐτουργικός

αὐτουργ-ικός, ή, όν,
A willing or able to work with one's own hand, M.Ant.1.5; industrious, Muson.Fr.11p.57H.
II -κή (sc. τέχνη), , art of making real things, not semblances ([etym.] εἴδωλα), Pl.Sph. 266d (dub.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αυτουργικός — αὐτουργικός, ή, όν (Α) [αυτουργός] 1. ο πρόθυμος ή ικανός να εργαστεί με τα ίδια του τα χέρια, ο εργατικός 2. το θηλ. ως ουσ. ἡ αὐτουργική (ενν. τέχνη) η τέχνη του να κατασκευάζει κανείς κάτι πραγματικό και όχι απλό ομοίωμα …   Dictionary of Greek

  • αὐτουργικά — αὐτουργικός willing neut nom/voc/acc pl αὐτουργικά̱ , αὐτουργικός willing fem nom/voc/acc dual αὐτουργικά̱ , αὐτουργικός willing fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτουργικόν — αὐτουργικός willing masc acc sg αὐτουργικός willing neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτουργικοί — αὐτουργικός willing masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτουργικῆς — αὐτουργικός willing fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτουργική — αὐτουργικός willing fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτουργικήν — αὐτουργικός willing fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτουργικῶς — αὐτουργικός willing adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.